εφαρμογή

η (Α ἐφαρμογή) [εφαρμόζω]
προσαρμογή, συναρμογή, ακριβής τοποθέτηση κάποιου σώματος ή αντικειμένου πάνω σε ένα άλλο («ὁ κανὼν ἀπευθύνει τὰ λοιπὰ τῇ πρὸς αὐτὸν ἐφαρμογῇ και παραθέσει συνεξομοιῶν», Πλούτ.)
νεοελλ.
1. μτφ. εκτέλεση στην πράξη, πραγματοποίηση, ιδίως κάποιας θεωρίας ή κάποιου σχεδίου («η ιδέα σου δεν βρίσκει εφαρμογή»)
2. φυσ. φρ. «σημείο εφαρμογής» — το σημείο στο οποίο εκδηλώνεται αμέσως η ενέργεια μιας δύναμης
3. στρ. «σχολή εφαρμογής πεζικού, πυροβολικού» κ.λπ.
παλαιότερα, στρατιωτική σχολή θεωρητικής και κυρίως πρακτικής εκπαίδευσης κατώτερων αξιωματικών τού πεζικού, πυροβολικού κ.λπ.
αρχ.
1. συμφωνία, σύμπτωση («ἐφαρμογὴ τῶν προλήψεων ταῑς οὐσίαις», Αρρ.)
2. σύμπτωση γνωμών
3. ένωση, συνταύτιση.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐφαρμογή — adjustment fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εφαρμογή — η 1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του εφαρμόζω. 2. προσαρμογή, ακριβής τοποθέτηση πράγματος: Το φόρεμά σου έχει τέλεια εφαρμογή. 3. εκτέλεση, πραγματοποίηση σχεδίου ή θεωρίας: Το σχέδιό σου θα προσκρούσει στην εφαρμογή. 4. έναρξη ισχύος: Εφαρμογή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐφαρμογῇ — ἐφαρμόζω fit on aor subj pass 3rd sg (attic) ἐφαρμογή adjustment fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εφαρμογή — [эфармоги] ουσ. Θ. применение, прилаживание …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • προστατευτισμός — Εφαρμογή κρατικών μέτρων, τα οποία αποβλέπουν στην προστασία τομέων της παραγωγής ή ορισμένων κατηγοριών επιχειρηματιών εναντίον του ξένου ανταγωνισμού. Η προστασία αυτή εφαρμόζεται στην πράξη με το κλείσιμο της εσωτερικής αγοράς στους ξένους διά …   Dictionary of Greek

  • ἐφαρμογαί — ἐφαρμογή adjustment fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφαρμογῆς — ἐφαρμογή adjustment fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφαρμογήν — ἐφαρμογή adjustment fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφαρμογῶν — ἐφαρμογή adjustment fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ευρωπαϊκή Ένωση — (ΕΕ).Ευρωπαϊκός υπερεθνικός οργανισμός. Στόχος του είναι η οικονομική ολοκλήρωση και η πολιτική συνεργασία των μελών του. Αποτελεί το διάδοχο σχήμα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, που η ιστορία της ξεκινά με την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.